Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Η υπέροχη γιαγιά μου!



Είχα μια υπέροχη γιαγιά, τη μαμά της μαμάς μου, που σαν σήμερα πριν από τρία χρόνια έφυγε από κοντά μας… Ο γιος μου είναι 15 μηνών και στεναχωριέμαι πολύ που δεν πρόλαβε να τον δει και λαχταρούσε τόσο πολύ να δει δισεγγονο από εμένα… Όμως χαίρομαι γιατί τουλάχιστον πρόλαβε να με δει νύφη που το ήθελε τόσο πολύ, γνώρισε και αγάπησε σαν παιδί της τον άντρα της ζωής μου και χάρηκε πολύ με τις χαρές μου! Πιο πολύ στεναχωριέμαι που ο γιος μου δεν πρόλαβε να γνωρίσει αυτόν τον σπάνιο άνθρωπο… Του μιλάω που και που για εκείνη, όμως τώρα δεν καταλαβαίνει πολλά και φοβάμαι ότι όταν θα είναι σε θέση να καταλάβει, εγώ ίσως να έχω ξεχάσει κάποια πράγματα, γιατί καθώς περνούν τα χρόνια οι μνήμες ξεθωριάζουν… Έτσι λοιπόν αποφάσισα να τα γράψω για εκείνον, αλλά και για μένα… Γιατί τέτοιους ανθρώπους πρέπει να τους θυμόμαστε με όλες τις λεπτομέρειες και να τους τιμάμε έστω και με την σκέψη μας!
Η γιαγιά μου η Όλγα λοιπόν κάθε βράδυ πριν να πάει για ύπνο μας ξεματιαζε όλους κρατώντας μια πετσέτα που στην άκρη της έβαζε «ένα κλαδάκι αλάτι» όπως έλεγε κι έδενε έναν κόμπο. Ψιθύριζε κάποια λόγια, μετρούσε με την παλάμη της την πετσέτα, έφτυνε στον αέρα κι ύστερα μας έλεγε «τσ τσ τσ, ξανοιξε να δεις, όλη η παλάμη λείπει!«. Αυτό σήμαινε ότι είχες πολύ μάτι! Λεπτομέρειες δεν έμαθα ποτέ και ούτε ρώτησα!


Μέχρι τα 14 μου περίπου έμενε με τον παππού μου κάτω από το σπίτι μας, κι όσο δούλευε η μαμά μου με πρόσεχαν εκείνοι και τα καλοκαίρια τα περνούσα μαζί τους στο χωριό. Με συνόδευε στο μπαλέτο, στο τένις, στις ημερήσιες εκδρομές του δημοτικού. Οπότε εκείνη με «ανέθρεψε» όπως έλεγε! Μετά μετακόμισαν μόνιμα στο χωριό και κάθε μήνα ερχόταν για λίγες μέρες. Μόλις κατέβαινε από το ταξί  μ’ αγκάλιαζε και μου έλεγε «αγάπη μου, αγάπη μου, για σένα ζω!«. Κι ύστερα έτσι όπως την χάιδευα στην πλάτη  γελούσε και μου έλεγε «εκεί εκεί ξυσε με, εκεί, εκεί!«. Όταν καθόταν κι έπλεκε πήγαινα δίπλα της και με εξυνε-χάιδευε στην πλάτη και μετά εγώ της έκανα μασάζ γιατί πάντα πονούσε «εκεί εκεί πονώ, εκεί εκεί παιδάκι μου! Να ‘χεις την ευκη μου! Έχε ευκες!» Όταν πονούσε ο λαιμός μου αφού πρώτα άκουγα τον εξαψαλμο «μα δεν ντύνεσαι κιόλας! Λουσμενη βγήκες έξω πάλι!» μετά μου έλεγε «έλα να σου πω τη γητεια» και καθόμουν κάτω μπροστά στα πόδια της με την πλάτη γυρισμένη σ’εκείνη κι έβαζε λίγο λάδι στα χέρια της και τα περνούσε πολλές φορές πάνω από τον λαιμό μου λέγοντας «Ήταν εννιά αδερφοί κι από τους εννιά πομεινανε οι οχτώ, από τους οχτώ απομεινανε οι εφτά (και πάει λέγοντας)…. κι από τους δύο επομεινε ο ένας κι από τον ένα δεν επομεινε κανένας…» κι επαναλάμβανε τρεις φορές κι ο λαιμός μου μαλακωνε! Ακόμα νιώθω αυτό το άγγιγμα όταν το σκεφτώ!
Όταν έβλεπε ποτήρι στην άκρη του τραπεζιού μάς φώναζε «Γιαε πονει η κεφαλή του εκια που ‘ναι το ποτήρι!» και αμέσως το έβαζε πιο μέσα. Το πρωί έπινε φασκόμηλο και βουτουσε μέσα ένα γλυκό παξιμάδι. Που και που έπινε έναν «γαλοκαφε» όπως τον έλεγε, ελληνικό καφέ στην κούπα γεμισμενη με γάλα εβαπορέ, δική της εφεύρεση (πρόδρομος του latte!!). Της άρεσαν τα γλυκά αλλά όχι η σοκολάτα και ήταν λιχουδα! Έλεγε βέβαια «τρώω γιατί πίνω πολλά φάρμακα και δεν κάνει να τα πίνω νηστικη!» Κι άλλες φορές έλεγε «Εγώ παιδί μου δεν τρώω, τα φάρμακα με παχαίνουνε! Να το λέει στις παρενέργειες…» Πάντα διάβαζε τις ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων και (φυσικά!) τις πάθαινε ΟΛΕΣ! Όταν άρχισε να γίνεται περήφανη στα αφτιά πότε έλεγε «ήμουν αφηρημένη γι’αυτό δεν άκουσα» και πότε πότε «τα φάρμακα παιδί μου, το λέει στις παρενέργειες βοες στα αφτιά, γι’αυτό ακούω τους τζιτζίκους!«. Κι αν της φώναζες πιο δυνατά θύμωνε «γιατί φωνάζεις; είναι κανείς κουφός
Την Κυριακή το πρωί μουρμούριζε «Λειτουργουνε κι εσείς κοιμάστε! Τουρκακια είσαστε;» Νηστευε σε όλες τις νηστείες κι ο παππούς την πείραζε «Εσύ θα πας στον παράδεισο! Εσύ έπρεπε να παντρευτείς παπά!«
Έφτιαχνε την πιο τέλεια ομελέτα με πατάτες, σαρικοπιτες, σταφιδοπιτα έτσι όπως ποτέ κανένας μας δεν μπόρεσε να τα πετύχει σαν εκείνη.
Με χαρτζιλικωνε συνέχεια, στα κρυφά, στα φανερά, μου μάζευε προίκα από τότε που γεννήθηκα και όταν άνοιξα το δικό μου σπίτι είχα τα πάντα, από πετσέτες και τα πλεκτά της ως φλιτζάνια και μπρίκι. Οτι της έκαναν δώρο το φύλαγε για μένα. Όταν πήγαινε σε κάποια επίσκεψη και την κερναγαν κανένα σοκολατακι μου το έφερνε και όταν άκουγε ότι μου άρεσε κάποιο ρούχο ή τσάντα ή παπούτσια μου έδινε λεφτά για να το πάρω.
Θυμόταν, μέχρι τα 86 της χρόνια, τα τραγουδάκια που είχε μάθει στο δημοτικό, γιορτές και γενέθλια των πάντων και τους αριθμούς τηλεφώνων ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ απέξω! Απίστευτα δυνατή μνήμη! Όταν ήμουν μικρή μου έλεγε αντί για παραμύθια τους βίους των Αγίων.
Ήταν τόσο γλυκός και ήρεμος άνθρωπος! Κι αν καμιά φορά νευριαζε, της περνούσε αμέσως. Με λάτρευε και την λατρευα! Μαλώναμε συχνά και μετά κλαιγαμε και μετά μας περνούσε! Μαλωνε και με τον παππού μου, τρωγοταν μεταξύ τους συνέχεια αλλά αγαπούσαν τόσο πολύ ο ένας τον άλλον! Έζησαν μαζί 50 χρόνια και μεγάλωσαν δύο παιδιά που τα έκαναν πολύ καλούς ανθρώπους με αρχές και αξίες. Εκείνος έφυγε πρώτος και την ημέρα του μνημόσυνου για τα 9μηνα εκείνη μου ψιθύρισε «εγώ θα φύγω» κι όταν την ρώτησα γελώντας «Πού θα πας;» μου απάντησε «στου παππού…» και λίγες ώρες μετά τον ακολούθησε… Πόσο πολύ την αγαπούσα! Και πόσο πολύ μου λείπει! Κι εκείνος της είχε πει πριν φύγει «Μην ανησυχείς και δεν θα σ’ αφήσω εγώ για πολύ καιρό!«
Ο παππουλης μου! Νευρικός, φωνακλάς, αλλά ένα κομμάτι μάλαμα ο κυρ Μήτσος! Γενναιόδωρος, περήφανος, και πολύ εφευρετικος! Όταν ήμουν μικρή θυμάμαι μια φορά που ήμουν στο χωριό, καλοκαίρι και είχα ανεμοβλογια. Λίγο πιο πάνω ήταν το σπίτι μιας θείας μου και είχαν έρθει τα εγγόνια της για λίγες μέρες. Είχαν φέρει λοιπόν μια φουσκωτη πισίνα που την είχαν γεμίσει νερό στην αυλή και έπαιζαν. Εμένα δεν με άφησε η γιαγιά να πάω για να μην κολλήσω τα άλλα παιδιά. Καθόμουν λοιπόν και κλαψουριζα στο σπίτι. Κάποια στιγμή σηκώθηκε ο παππούς και έβαλε οριζόντια στην αυλή ένα παλιό ψυγείο που είχε εκτός λειτουργίας, το έπλυνε, του ξεβιδωσε την πόρτα, το γέμισε με νερό και μου λέει «ορίστε τώρα έχεις κι εσύ πισίνα και είναι όλη δική σου! Μη σε ξανακούσω να κλαις!» Με τι χαρά πλατσουριζα μέσα στο ψυγείο δεν περιγράφεται!
Σε όλους έκανε τον σκληρό και τον περίεργο αλλά για μένα ελιωνε και το ξέρω! Καλοφαγάς, μερακλής, χορευταρας.
Δεινός ψαράς! Όταν εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο χωριό όλοι αναρωτήθηκαν πώς άφησε την θάλασσα! Κοιμόταν με τις κότες και ξυπνούσε με τα κοκόρια και ο μεσημεριανός του ύπνος ήταν ιερός! Κάναμε όλοι απόλυτη ησυχία γιατί όπως έλεγε άκουγε και της μύγας το φτερό! Γι’αυτό μόλις τρώγαμε η γιαγιά έτρεχε γρήγορα να πλύνει τα πιάτα για να μην κάνει θόρυβο μετά, και ύστερα έβαζε τα «γυαλιά της τηλεόρασης» και καθόταν κι έβλεπε «Τόλμη και γοητεία». Αχ αυτή η «Τόλμη και γοητεία»! Κάθε τόσο έπαιζε και σε άλλο κανάλι και δώστου να ψάχνουμε να βρούμε που είχε πάει για να μην την χάσει η γιαγιά! Και αν της μιλούσες την ώρα που έβλεπε σου έλεγε «μα στάσου τώρα γιατί έχει αγωνία! Να να ο Ριτζ χώρισε με την Καρολάιν γιατί αγαπά την Μπρουκ…» και αν την άφηνες σου έκανε πλήρη ανάλυση του επεισοδίου!
Αυτά τα γλυκά και τα όμορφα θέλω να μην ξεχαστούν! Δεν θα αναφέρω τα δύσκολα, τις αρρώστιες, τους πόνους, τα νοσοκομεία, το τέλος τους… Ήταν δύσκολα και υπέφεραν πολύ και οι δύο… Τους σκέφτομαι πολύ συχνά με χαμόγελο και χαίρομαι γι’αυτό γιατί πάντα φοβάμαι μην ξεχαστούν με τον καιρό… Είμαι περήφανη που με μεγάλωσαν τέτοιοι άνθρωποι!
Μαμά Μαργαρίτα


Αντιδράσεις:






0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Twitter Delicious Facebook Stumbleupon Favorites More

 
Design by Free WordPress Themes | Bloggerized by Lasantha - Premium Blogger Themes | Facebook Themes