Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Η ιστορία ζωής της Θάλειας...

Η ιστορία είναι βασισμένη σε πραγματικό περιστατικό του Συλλόγου «Η Αγκαλιά»
Γράφει η Εθελόντρια Μαρία Χίου
Περπατούσε με βήμα γοργό. Η ώρα ήταν κιόλας πέντε και η Θάλεια είχε ήδη αργήσει. Ωστόσο δεν αγχωνόταν. Το αφεντικό της ήταν καλός άνθρωπος, δεν θα τη μάλωνε. Κοίταξε το ρολόι της και χαμογέλασε. Εντάξει, πέντε λεπτά θα καθυστερούσε μόνο. Για πέντε λεπτά δεν χάλασε ο κόσμος!
«Εδώ που τα λέμε για τίποτα δεν χάλασε…».
Η σκέψη αυτή πέρασε αναπάντεχα από το μυαλό της και η Θάλεια κοντοστάθηκε. Έβγαλε από την τσέπη της την εικόνα της Παναγιάς και την κράτησε για λίγο σφιχτά.
Κι όμως, κάποτε νόμισε έστω και για λίγο, πως ο κόσμος όντως χάλασε. Ήταν τότε που έμεινε έγκυος και η γη χάθηκε άξαφνα κάτω από τα πόδια της.
Ήταν Μάρτης. Μόλις είχε παρουσιαστεί ο Μιχάλης στο στρατό και εκείνη έκλαιγε μερόνυχτα για τον αποχωρισμό τους. Δυο βδομάδες μετά, συνειδητοποίησε πως άλλα ήταν τα δύσκολα. Είχε καθυστέρηση. Έκανε τεστ εγκυμοσύνης και με τρεμάμενα χέρια πέταξε το κουτί στα σκουπίδια. Και τώρα; Άνοιξε δειλά την πόρτα του μπάνιου και αφουγκράστηκε τον χώρο. Η μικρή της αδερφή διάβαζε και οι γονείς στο σαλόνι συζητούσαν. Η Θάλεια για μια στιγμή σκέφτηκε να σταθεί μπροστά τους και να τους το πει. Έτσι απλά. Κατόπιν έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να φανταστεί τη συνέχεια.
«Τι είσαι Θαλίτσα; Έγκυος;!; Και τι μας το λες; Να σου πούμε μπράβο; Δεκαεννέα χρονών, ανύπαντρη, άνεργη και έγκυος! Τι να πω; Τι να πω πια; Συγχαρητήρια!»
Δεν είχαν άδικο. Μήνες τώρα τους άκουγε να στριφογυρίζουν στα κρεβάτια τους και ύπνος να μην τους κολλάει. Το καφενείο δεν πήγαινε καλά. Ευτυχώς που ήταν και η γιαγιά. Ο πατέρας έλεγε πως αν δεν ήταν η γιαγιά δεν θα είχαν ούτε να φάνε.
Η Θάλεια δάκρυσε. Τύλιξε τα χέρια γύρω από την κοιλιά της, ένιωσε φόβο και θυμό. Τι την ένοιαζαν εκείνη όλα αυτά; Εκείνη δεν είχε κάνει τίποτα κακό. Ούτε το μωρό της! Γιατί να την πληρώσει το μωρό της; Με ανυπόμονες κινήσεις σχημάτισε τον αριθμό του κινητού του Μιχάλη. Το άφησε να χτυπήσει μια δυο φορές κι έπειτα το έκλεισε. Εκείνος θα έβλεπε την κλήση και όποτε μπορούσε θα την καλούσε.
Ωστόσο ο Μιχάλης άργησε να την πάρει τηλέφωνο εκείνο το βράδυ. Άργησε γενικώς να αντιληφθεί για τι πράγμα του μιλούσε. Ήταν μόνο 23 χρονών, ποιος να τον αδικήσει; Ήταν φαντάρος και φτωχός. Και δεν ήξερε τι ήταν αυτό που τον βάραινε περισσότερο τη δεδομένη στιγμή στη ζωή του. Η θητεία ή η φτώχεια του; Μα αν ήταν να μη τελειώσει ποτέ το δεύτερο, ας μη τελείωνε ούτε το πρώτο. Γιατί τι θα έκανε ο Μιχάλης όταν θα απολυόταν; Πώς θα συντηρούσε τον εαυτό του; Ήταν εκείνος για μωρά;
«Λυπάμαι Θάλεια, λυπάμαι κορίτσι μου, δεν νομίζω πως έχουμε καμία λύση…»
Η Θάλεια γούρλωσε τα μάτια και άγγιξε πάλι την κοιλιά της. 
«Δεν φταίει το μωρό Μιχάλη που είσαι φτωχός! Δεν φταίει που είσαι φαντάρος! Ακούς;»
Πείσμωσε. Τι σήμαινε δεν είχε λύση; Μα αν δεν είχε λύση, δεν είχε τίποτα. Ήταν πιο φτωχή και από εκείνον. Πιο φτωχή και από τον τελευταίο άνθρωπο της γης.

«Γιαγιά…»
Ξαφνικά ήρθε στο νου της η γιαγιά. Μα βέβαια η γιαγιά θα την βοηθούσε! Όχι γιατί είχε λεφτά. Η γιαγιά είχε φυλαγμένα στο σακούλι της πιο σημαντικά πράγματα από τα λεφτά. Είχε ένα χαμόγελο, ένα χάδι στην κοιλιά και μια μικρή εικόνα, την εικόνα της Παναγίας.
«Μη φοβάσαι Θαλίτσα…». Έτσι της είπε. «Τι φοβάσαι; Σου συμβαίνει το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο και εσύ φοβάσαι;»
Η Θάλεια την κοίταξε κατάματα και έσφιξε την Παναγιά στην παλάμη της.
«Αχ, να μπορούσε να σφίξει έτσι όλα όσα ένιωθε για το μωρό! Να μην αφήσει πότε και κανέναν να της τα πάρει!»
«Καλή μου γιαγιά…»
Δεν είπε τίποτα άλλο. Με πόδια που έτρεμαν έκλεισε την πόρτα της απαλά και έφυγε. Οι επόμενοι μήνες θα ήταν δύσκολοι, το ‘ξερε. Τις νύχτες έβαζε την εικόνα της Παναγίας κάτω από το μαξιλάρι και της μιλούσε. Τις μέρες έψαχνε αδιάκοπα για δουλειά. Τίποτα! Απολύτως τίποτα δεν φαινόταν στον ορίζοντα και η Θάλεια πάλευε να ξεφύγει από την απελπισία που την κύκλωνε.
Και τότε χτύπησε το κινητό της. Ήταν λίγες στιγμές αφού λιγοψύχησε. Αφού σκέφτηκε πως όλοι οι άλλοι είχαν δίκιο και η ίδια… Η ίδια δεν ήξερε απλώς τι της γινόταν. Σηκώθηκε και ψαχούλεψε την τσέπη της για την εικόνα. Θα την επέστρεφε. Ξαφνικά το αποφάσισε. Τίποτα δεν μπορούσε να της κάνει και δαύτη. Μα αντί για την εικόνα, στην παλάμη της βρέθηκε το κινητό που χτυπούσε πεισμωμένο.
«Εμπρός…»
Ήταν το «εμπρός» που χρειαζόταν η Θάλεια. Μια λέξη μοναχά που ξεστόμισε και η καρδιά της πήρε πάλι να λειτουργεί κανονικά. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν η μητέρα του Μιχάλη. Είχε ενημερωθεί από το γιο της τα καθέκαστα και –ναι!- ήταν αποφασισμένη να βοηθήσει. Μάλιστα το ‘χε ψάξει και είχε ενημερωθεί. Στην Αθήνα, στο Μεταξουργείο υπήρχε ένας σύλλογος, «Αγκαλιά» τον έλεγαν που βοηθούσε σε τέτοιες περιπτώσεις. Πάνες, γάλατα, τρόφιμα, μέχρι και στην βάπτιση του μωρού συνέβαλαν. Η Θάλεια δεν μιλούσε. Έκλαιγε σιγανά και μούσκευε τη συσκευή του τηλεφώνου.
Από εκείνη την ημέρα, η μητέρα του Μιχάλη δεν την εγκατέλειψε ποτέ και όταν το κορίτσι έκλεισε τον έβδομο μήνα, πήγαν μαζί στην «Αγκαλιά». Σιγά σιγά όλες οι μαύρες σκέψεις πέταξαν μακριά. Μπορεί να έφταιγε το χαμόγελο της γιαγιάς, μπορεί η εικονίτσα που δεν αποχωρίστηκε ποτέ, οι κλωτσιές του μπέμπη στην κοιλιά της, μπορεί και η «Αγκαλιά» που την αγκάλιασε. Μπορεί κι αυτή. Ποιος ξέρει;
Μόνο ο Μιχάλης έλειπε. Χαμένος στα δικά του απαισιόδοξα συναισθήματα υπέφερε και βούλιαζε στη σιωπή του. Κάθε μέρα και περισσότερο. Μέχρι που τον ειδοποίησε η μητέρα του πως η Θάλεια γέννησε. Κάθιδρος ζήτησε άδεια και κατέβηκε στην Αθήνα. Έφτασε στο μαιευτήριο δίχως να σκέφτεται τίποτα. Άνοιξε με φόρα την τζαμένια πόρτα του κτιρίου και όρμησε μέσα. Μόλις αντίκρισε το μωρό, κατάλαβε πως δεν είχε άλλη επιλογή. Κατάλαβε πως δεν ήθελε να έχει άλλη επιλογή και μέσα του ευχαρίστησε σιωπηλά τη Θάλεια που ήταν τόσο γενναία.
Το μωρό εκείνο ήταν γιος του και ο Μιχάλης ήταν αποφασισμένος να το αναγνωρίσει. Όπως ήταν αποφασισμένοι να το αναγνωρίσουν και να το αγαπήσουν όλοι τελικά. Η μητέρα της Θάλειας, το έπαιρνε μαζί της στο καφενείο, τις ώρες που η κόρη της έφευγε για τη δουλειά. Τι κι αν το μαγαζί της εξακολουθούσε να μην πηγαίνει καλά; Ο μπέμπης τους είχε φέρει γούρι! Το κορίτσι της, μόλις συνήλθε από τη γέννα, βρήκε εργασία σε μια καφετέρια. Τα χρήματά τους εξακολουθούσαν να είναι λίγα, αλλά ποιον πείραζε; Η Θάλεια και η γιαγιά στήριζαν πια το σπίτι. Και αυτό το μωρό… Δεν είχε ξαναδεί στη ζωή της μωρό με τόσο όμορφο χαμόγελο! Όλοι οι πελάτες τής το έλεγαν…
Η Θάλεια φύλαξε την εικόνα ξανά στη τσέπη της κι έσπρωξε την πόρτα της καφετέριας.
Είχε όντως καθυστερήσει. Πέντε λεπτά! Χαμογέλασε ένοχα και χαιρέτησε το αφεντικό της.
«Συγνώμη, κύριε Λευτέρη! Πάλι άργησα…».
«Δεν πειράζει Θαλίτσα, δεν πειράζει κορίτσι μου. Δεν χάλασε ο κόσμος για πέντε λεπτά…»
Αγκαλιά
*Η κεντρική φωτογραφία του άρθρου είναι τυχαία και δεν απεικονίζει τα πραγματικά πρόσωπα.
*Πηγή φωτογραφίας: Haynephotographers.com




Αντιδράσεις:






0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Twitter Delicious Facebook Stumbleupon Favorites More

 
Design by Free WordPress Themes | Bloggerized by Lasantha - Premium Blogger Themes | Facebook Themes